Παιδική Κακοποίηση: Τα σημάδια που “φωνάζουν” – Η εγκληματολογική ψυχολόγος Σόφη Αντωνίου-Κωτσαντή εξηγεί

Επειδή ένα παιδί σπάνια μπορεί να καταγγείλει λεκτικά την κακοποίησή του, ποια είναι τα μη λεκτικά σημάδια (π.χ. μέσα από το παιχνίδι, τη ζωγραφική ή απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά) που πρέπει να μας υποψιάσουν;
Τα παιδιά μερικές φορές αποφεύγουν να μιλήσουν λεκτικά για την κακοποίηση που βιώνουν, λόγω έντονου φόβου, τύψεων-ενοχών και ντροπής. Είναι επιτακτική ανάγκη να δούμε με ουσιαστικό τρόπο τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σεξουαλικής κακοποίησης.
- Το παιδί δεν επιθυμεί να μένει μόνο του στο σπίτι, νιώθει-αισθάνεται φόβο για κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο (για παράδειγμα, μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, στο σχολείο, άτομα με εξουσία).
- Το παιδί δείχνει μια ακατάλληλη συμπεριφορά για την ηλικία του.
- Σωματοποίηση άγχους (κοιλιακό άλγος, εμετοί).
- Έχει πολλές απότομες εναλλαγές στη συμπεριφορά του.
- Έχει σημάδια αυτοτραυματισμού.
- Αυτοκτονική συμπεριφορά.
- Κάνει χρήση ουσιών, άλλων τοξικοεξαρτησιογόνων ουσιών και αλκοόλ.
- Έχει συνεχείς εφιάλτες και διαταραχές στον ύπνο.
- Ζωγραφίζει θέματα με σεξουαλικά υπονοούμενα και υλικά.
- Έχει παλινδρομήσει σε προηγούμενες συμπεριφορές, όπως είναι η ενούρηση και η εγκόπριση.
- Έχει αποκτήσει χρήματα, καινούριο ρουχισμό ή αντικείμενα που δεν δικαιολογούνται.
- Επιστρέφει στο σπίτι του με σκισμένα ή λερωμένα ρούχα.
- Δυσκολεύεται στο να περπατήσει ή να καθίσει.
- Έχει αλλαγές στη διατροφή του, διατροφικές διαταραχές (νευρική ανορεξία, βουλιμία).
- Έχει διαρκείς εναλλαγές διάθεσης, έντονος θυμός.
- Έχει αιμορραγία και πόνους στη περιοχή των γεννητικών οργάνων.
- Πρόκληση ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης.
- Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
Για τις διαδικτυακές κακοποιήσεις, το παιδί μπορεί να παρουσιάσει τα εξής σημάδια:
- Είναι απόμακρο, θυμώνει εύκολα μετά από τη χρήση του διαδικτύου.
- Διαθέτει πολλά τηλεφωνικά νούμερα στο κινητό και στο e-mail του.
Συχνά βλέπουμε παιδιά να υπερασπίζονται τον θύτη-γονέα ή να φοβούνται να μιλήσουν. Πώς λειτουργεί ο μηχανισμός του ψυχολογικού εξαναγκασμού και της χειραγώγησης σε αυτές τις περιπτώσεις;
Συχνά, βλέπουμε τα παιδιά να υποστηρίζουν τους κακοποιητές-γονείς τους και φοβούνται να μιλήσουν για ό,τι τους συνέβη. Σε μερικές περιπτώσεις, οι υποθέσεις της παιδικής κακοποίησης δεν αναφέρονται ποτέ. Ο φόβος των αντιποίνων, του στίγματος, της δευτερογενούς κακοποίησης, της αντεκδίκησης, το συναίσθημα της ντροπής, οι ενοχές-οι τύψεις κάνουν τα παιδιά να σιωπούν. Η λειτουργία του ψυχολογικού μηχανισμού εξαναγκασμού και χειραγώγησης, μας δείχνει, πώς τα παιδιά δεν επικοινωνούν τη κακοποίηση που βιώνουν, γιατί:
• Έχουν απειληθεί από τον θύτη-γονέα τους, να κρατήσουν μυστικό αυτό που συνέβη μεταξύ τους.
• Έχουν δώσει την υπόσχεσή τους να μη μιλήσουν για τη κακοποίησή τους.
• Οι κακοποιητές-γονείς τους, τους έχουν δημιουργήσει τη πεποίθηση, ότι τα ίδια φταίνε για τη κακοποίησή τους. Έτσι, με αυτό το τρόπο ενοχοποιούνται.
• Οι θύτες-γονείς, τους έχουν πείσει, πώς η κακοποίηση είναι μια φυσιολογική συμπεριφορά.
• Τα παιδιά ντρέπονται να μιλήσουν, διότι έχουν χειραγωγηθεί, από τους γονείς τους, πώς κανένας δεν θα τα βοηθήσει και δεν θα τα εμπιστευθεί, αντιθέτως θα τα κατηγορήσει.
• Τα παιδιά φοβούνται, ότι οι σημαντικοί άνθρωποί τους θα σταματήσουν να τα αγαπούν και να τα φροντίζουν.
• Οι κακοποιητές-γονείς, προσπαθούν να φιμώσουν τις αλήθειες των παιδιών τους. Τα κακοποιούν συναισθηματικά, τα εκφοβίζουν, τα κάνουν να αισθάνονται υπαίτια για όλα όσα διαπράχθηκαν. Με τον εξαναγκασμό, αποσιωπούν τη δυνατότητά των παιδιών τους να ζητήσουν ουσιαστική αρωγή και υποστήριξη.
• Τα παιδιά έχουν κανονικοποιήσει και κοινοποιήσει τη κακοποίησή τους μέσα από τα θρυμματισμένα βλέμματα των γονέων τους.
Τα χείλη παραμένουν ερμητικά κλειστά, όμως το μυαλό των παιδιών που έχουν βιώσει κακοποίηση πονά και φλέγεται διαρκώς.
Εάν τα πρόσωπα φροντίδας, κακομεταχειρίζονται και ασκούν ακραία βία στα παιδιά, εκείνα θα πιστέψουν, ότι είναι σωστό να είναι θύματα των φροντιστών τους και έχουν μεγάλη πιθανότητα, ως ενήλικες να μπουν σε ρόλους θυμάτων ή να γίνουν οι ίδιοι σκληροί κακοποιητές.
Πόσο δύσκολο είναι για έναν εγκληματολογικό ψυχολόγο να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός κακοποιημένου παιδιού ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια;
Ο Ψυχολόγος και συγκεκριμένα ο Εγκληματολογικός Ψυχολόγος για να κερδίσει την εμπιστοσύνη ένος παιδιού, το οποίο έχει κακοποιηθεί αποτελεί ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα και πάνω από όλα απαιτεί πολλή μεθοδικότητα και σκέψη, εώς ότου προβεί σε όλα τα διαδικαστικά. Ο Ψυχολόγος δεν βρίσκεται εδώ για να ασκήσει έντονη κριτική, να κάνει ανάκριση, είναι πάντα δίπλα στο παιδί για να το βοηθήσει να νιώσει ασφάλεια και σιγουριά, φτάνοντας στη δική του πολύτιμη αλήθεια.
Για να μπορέσει να μιλήσει το παιδί σε έναν ειδικό, θα πρέπει ο ίδιος να έχει διαμορφώσει μια καλή επικοινωνία και να έχει επενδύσει κατάλληλα επάνω του. Χρειάζεται να δείχνει ενσυναίσθηση και σεβασμό στη ξεχωριστή προσωπικότητα του παιδιού, καθώς και σε όσα έχει να του εκμυστηρευτεί.
Στη συνέχεια, πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ασφαλείας του παιδιού. Ο ειδικός χρειάζεται να έχει εξασφαλίσει έναν εξειδικευμένο χώρο, ο οποίος θα περιλαμβάνει την ιδιωτικότητα, την εχεμύθεια και μια ζεστή προσέγγιση που θα βοηθήσει το παιδί να ανοιχτεί και να αισθανθεί άνετα. Σημαντική είναι η διαφυγή δύσκολων λέξεων προς το παιδί, η γλώσσα και το ύφος απέναντι του.
Επίσης, ακούμε προσεκτικά το παιδί, εστιάζοντας στα λεγόμενα του με βαθιά λεπτομέρεια, αποφεύγοντας αδιάκριτες ερωτήσεις, απότομες διακοπές και άσχημες αναδιατυπώσεις. Κρίνεται αναγκαίο, το παιδί να κατανοήσει, πώς λαμβάνουμε υπόψιν μας, όλα όσα έχει πει, χωρίς να βιαζόμαστε. Το παιδί θέλει ενθάρρυνση στα λόγια του, δίχως πίεση.
Το αληθινό ενδιαφέρον του ειδικού προς το παιδί και τα συναισθήματά του, το κάνουν να νιώθει ηρεμία και εμπιστοσύνη.
Δεν το κρίνουμε, ακούμε την ιστορία του με σταθερότητα και ψυχραιμία.
Στο παιδί δεν πρέπει να δίνονται υποσχέσεις που δεν είναι εφικτές να τηρηθούν.
Τι χαρακτηρίζει συνήθως έναν άνθρωπο που ασκεί βία μέσα στην οικογένεια; Υπάρχουν κοινά μοτίβα στη σκιαγράφηση του προφίλ αυτών των δραστών;
Υπάρχουν καίριες διαφορές, σχετικά με τη προσωπικότητα του δράστη, ο οποίος ασκεί βία μέσα στα πλαίσια της οικογένειας. Θα παρουσιαστούν μερικά κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συναντάμε στους ανθρώπους που πράττουν το έγκλημα της ενδοοικογενειακής βίας.
Το πρώτο και βασικό χαρακτηριστικό είναι, ότι κάποιοι έχουν υποστεί βία ή ήταν μάρτυρες αυτής στη διάρκεια των παιδικών τους χρόνων. Το αμέσως επόμενο στοιχείο είναι η ανασφάλεια, συνδυαστικά με μειωμένη αυτοεκτίμηση και συμπλέγματα κατωτερότητας. Εμφανίζουν μια κομματιασμένη αίσθηση του εαυτού τους. Παρουσιάζουν μια τελείως διαφορετική εικόνα προς τα έξω. Εξωτερικά έχουν τη μορφή μιας ψεύτο-περηφάνιας, μιας ψεύτο-σιγουριάς. Φορούν τον ναρκισσιστικό τους μανδύα, κρύβοντας από πίσω το αίσθημα αναξιότητας που τους περιβάλλει.
Ωστόσο, είναι αυταρχικοί, προσπαθούν να αποδείξουν ότι αξίζουν, έχοντας μια άγρια, κτητική συμπεριφορά. Διακατέχονται, συχνά από παθολογική ζήλεια και ορισμένοι εξ’ αυτών έχουν διαταραχές προσωπικότητας (ναρκισσιστική ή αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας).
Όλα αυτά συνδέονται με τον ναρκισσιστικό τύπο ευαλωτότητας. Οι δράστες εξαρτώνται από την οικογένειά τους . Η εξάρτηση τους προξενεί δυσφορία, γιατί νιώθουν φόβο και θεωρούν ότι μπορεί να χάσουν από δίπλα τους το ‘’αγαπημένο’’ τους πρόσωπο. Η άσκηση βίας είναι μια θεμελιώδης πράξη ελέγχου, όπου ο κακοποιητής θέλει να ελέγξει τα συναισθήματα των γύρω του. Ο ίδιος πιστεύει, ότι έχει ‘’θριαμβεύσει’’ μέσα από τα συναισθήματα των άλλων.
Άλλα δύο συμπληρωματικά χαρακτηριστικά των κακοποιητών είναι τα εξής: 1. Η αδυναμία να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και 2. Η ελαττωμένη ανοχή στις ματαιώσεις (οριακά στοιχεία). Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα συναισθήματά τους. Αντί να τα εκφράσουν, αντιδρούν με βαναυσότητα. Τέλος, διαρκώς βρίσκονται σε μόνιμη απειλή και νιώθουν ότι πρέπει να αμυνθούν με κάθε τρόπο.
Η ενδοοικογενειακή βία είναι ζήτημα θυμού ή ζήτημα ελέγχου και εξουσίας πάνω στο παιδί;
Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα έντονο ζήτημα εξουσίας και ελέγχου πάνω στο παιδί. Ειδικότερα, η ψυχολογική βία συνδέεται με όλες τις μορφές κακοποίησης. Μπορεί να μην αφήνει εμφανή τραύματα, όμως μπορεί να προκαλέσει σοβαρά τραύματα ψυχής. Ο δράστης έχει ως στόχο την αποδυνάμωση και την κοινωνική απομόνωση του παιδιού-θύματος, καθώς και τον έλεγχό του πάνω σε αυτό.
Υιοθετείται από τον δράστη ο έλεγχος των συναισθημάτων του παιδιού, προκαλώντας άγχος, τύψεις για τις πράξεις που έκανε ο ίδιος.
Η ψυχοσυναισθηματική βία στο παιδί, αναφορικά με τον θύτη: ‘’ ο δράστης μπορεί να κάνει χρήση πολλών διαφορετικών τακτικών, ώστε να δελεάσει το παιδί, να του ασκήσει δύναμη και να το αποκρούσει από το να μιλήσει για την κακοποίηση που βίωσε ή να ανατρέξει για βοήθεια’’. Η κακοποίηση συντελεί στη κατάχρηση κυριαρχίας και παραβίασης της εμπιστοσύνης. Αυτού του είδους οι συμπεριφορές από πλευράς των γονέων αναδεικνύουν κάτι πολύ σοβαρό-πώς οι γονείς δεν σέβονται την ίδια την ύπαρξη των παιδιού και την μοναδική προσωπικότητά του.
Όταν ένα παιδί “σπάει τη σιωπή” του σε έναν δάσκαλο ή έναν συγγενή, ποιο είναι το πρώτο και πιο κρίσιμο λάθος που πρέπει να αποφύγει αυτός που θα το ακούσει;
Όταν ένα παιδί ‘’σπάει’’ τη σιωπή του σε έναν κοντινό του άνθρωπο ή σε έναν δάσκαλο, το πρώτο και πιο κρίσιμο λάθος που πρέπει να αποφύγει αυτός που θα το ακούσει είναι να μη δώσει καθόλου σημασία στα λεγόμενα του παιδιού ή να το ενοχοποιήσει. Εκείνη την ώρα το παιδί ζητά την προσοχή μας και την εμπιστοσύνη μας, όχι κριτικές και ντροπιαστικές ερωτήσεις του τύπου: ‘’ Μήπως, έκανες κάτι εσύ;’’ ‘’Μήπως, είπες κάτι που δεν έπρεπε και αντέδρασε έτσι;’’ Είναι πολύ σημαντικό, το παιδί να νιώθει ασφάλεια, όχι να κλονιστεί η εμπιστοσύνη που μας δείχνει, για να μας μιλήσει για ό,τι του συνέβη.
Πώς σχολιάζετε το φαινόμενο της “κοινωνικής αδιαφορίας”; Γιατί ακόμα και σήμερα, όταν ακούμε φωνές από το διπλανό διαμέρισμα, διστάζουμε να καλέσουμε τις αρχές;
Δεν ήταν μια ‘’κακή στιγμή’’. Ήταν οι φωνές που δεν ακούστηκαν. Ήταν μια απειλή που δεν ελήφθη σοβαρά. Ήταν μια συμπεριφορά, η οποία παρέμενε στη θέση της. Ήταν ένας δράστης, ο οποίος δεν είχε τον απαιτούμενο έλεγχο, δεν είχε περιορισμό, δεν εξουδετερώθηκε εγκαίρως. Το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης δεν συμβαίνει ξαφνικά. Προειδοποιεί, κραυγάζει, κλιμακώνεται.
Η βία δεν είναι απλά μια πράξη, είναι μια γλώσσα συμβόλων και εκφραστικών κινήσεων. Όταν μια κοινωνία αδιαφορεί, όταν έχει μάθει να ζει μέσα στην ανοχή και τη συνήθεια, να κοιμάται-να ξυπνά δίπλα στη κακοποίηση και στις επιθέσεις, τότε δεν μιλάμε μονάχα για βοηθητικά εργαλεία, μιλάμε για ικανότητες κινήτρων.
Η κοινωνική αδιαφορία (ο μηχανισμός αποφυγής της εμπλοκής), προέρχεται από τις φράσεις: ‘’ Αυτοί φωνάζουν, εσύ που πας και μπλέκεις τώρα;’’, ‘’ Ας τα βρουν μόνοι τους, μην ανακατεύεσαι, θα βρεις το μπελά σου’’. Έτσι, η σιωπή στοιχειοθετείται. Μόνο που η σιωπή δεν σταματά τη βία. Την ευνοεί, την ‘’αγκαλιάζει’’.
Αυτές οι υποθέσεις λειτουργούν ως σύμπτωμα, είναι συμπεριφορές που εκτελούνται πάνω σε ένα ήδη προετοιμασμένο έδαφος, όπου οι συγκρούσεις μπορούν να μετατραπούν σε βιαιοπραγίες και οι βιαιοπραγίες να απαντηθούν με δολοφονία ψυχών και σωμάτων.
Η παιδική κακοποίηση διαμορφώνει το παρόν και δρα καταλυτικά στο μέλλον. Μια κοινωνία που θέλει να είναι υγιής δεν μπορεί να σφραγίζει τα χείλη, να κλείνει τα μάτια σαν μη συμβαίνει τίποτα. Οφείλουμε να ακούμε, να στηρίζουμε έμπρακτα. Η σιωπή ας γίνει η φωνή των παιδιών. Όταν δεν μιλάμε είναι σαν να λέμε ‘’μπράβο στο δράστη για ότι έχει διαπράξει’’.
Μπορεί ένα παιδί που έχει υποστεί σοβαρή κακοποίηση να ξεπεράσει πλήρως το τραύμα του ή είναι καταδικασμένο να αναπαράγει αυτό το μοντέλο βίας ως ενήλικας;
Εδώ, έχουμε και τη μίμηση προτύπων συμπεριφορών και επιρροών. Στη παιδική ηλικία, τα παιδιά θεωρούσαν τις κακοποιητικές συμπεριφορές σωστές και ανεκτές, όμως μεγαλώνοντας τις έβγαλαν προς τα έξω με άσχημο τρόπο ως ενήλικες.
Η παιδική κακοποίηση συνιστά ένα από τα πιο ειδεχθή και τραυματικά γεγονότα που μπορεί να βιώσει ένα παιδί. Οι ψυχικές συνέπειές της είναι βαθιές και συχνά μένουν ενεργοποιημένες για χρόνια. Η σοβαρή, εκτεταμένη κακοποίηση μπορεί να προκαλέσει πολλά σοβαρά και μακροχρόνια τραύματα, όπως είναι η συναισθηματική, ψυχική και σωματική δυσφορία. Στην ενηλικίωση, η κατανόηση της κακοποίησης μπορεί να επιφέρει έναν δεύτερο κύκλο ψυχο-σωματικού πόνου, γιατί το άτομο αντιμετωπίζει τις ριζωμένες επιπτώσεις των εμπειριών που έζησε.
Η παιδική κακοποίηση συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη διάφορων ψυχικών διαταραχών στην ενήλικη ζωή. Αναλυτικότερα, οι μελέτες δείχνουν, ότι τα παιδιά-θύματα της κακοποίησης διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο να εξελίξουν καταθλιτικά και αγχώδη συμπτώματα, μετατραυματικό στρες (PTSD)-βίωση του τραύματος ξανά, διαταραχές προσωπικότητας, διαταραχές της διάθεσης (κατάθλιψη), της συμπεριφοράς ή της διαγωγής.
Τα τραυματικά γεγονότα καταπιέζονται έντονα και αποκρούονται ή αντιμετωπίζονται από τα παιδιά-θύματα με τους μηχανισμούς άμυνας, όπως είναι η άρνηση, η αποσύνδεση ή η αμνησία. Όταν έρθουν αντιμέτωπα με την ολοκληρωτική αντίληψη της κακοποίησης που υπέστησαν, τότε μπορούν να βιώσουν έναν καινούριο κύκλο πόνου και αναβιωτικού τραύματος.
Η υποστήριξη σε ψυχολογικό επίπεδο κρίνεται ως απαραίτητη για την αντιμετώπιση των μακροχρόνιων ψυχικών επακόλουθων της κακοποίησης. Η θεραπεία περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία μαζί με φαρμακοθεραπεία και ομάδες υποστήριξης.
Ευχαριστούμε θερμά την κ. Σόφη Αντωνίου-Κωτσαντή, Ψυχολόγο – Εγκληματολογική Ψυχολόγο, για τον πολύτιμο χρόνο της και την εμπεριστατωμένη ανάλυση ενός τόσο ευαίσθητου και κρίσιμου ζητήματος.