Οι μέρες που διανύουμε απαιτούν προσήλωση σε συγκεκριμένα γεγονότα και πρόσωπα. Δεν μας επιτρέπεται να δραπετεύσουμε από την παράδοση της Εκκλησίας, πολύ δε περισσότερο να θρησκειοποιήσουμε το εκκλησιαστικό γεγονός. Σε μία τέτοια περίπτωση η πίστη καταντά θρησκεία, ενώ όλοι γνωρίζουμε πως η θρησκεία λειτουργεί στον αντίποδα της πίστης.
Είναι αλήθεια, δυστυχώς, πως τις άγιες ημέρες που διανύουμε δεν επιτρέπουμε στον Θεό να αναδείξει τα γεγονότα, αλλά εμείς αναδεικνύουμε τα γεγονότα και μάλιστα τα τοποθετούμε σε μία κλίμακα ανάλογα με την θρησκευτική σπουδαιότητα που το κάθε ένα έχει την Μ. Εβδομάδα. Για παράδειγμα, είναι σημαντική η Μ. Πέμπτη, ενώ η Κυριακή των Βαΐων και οι πρώτες ημέρες δεν έχουν να προσφέρουν το θαύμα, την αποκορύφωση του θείου δράματος. Λειτουργούμε περισσότερο με όρους συναισθηματικής φόρτισης παρά εμπειρικής μετοχής σε ένα γεγονός που προϋποθέτει την απλότητα, τη σιωπή και την ησυχία. Ενεργούμε ως άτομα, θεωρώντας προσωπικό κεκτημένο την Μ. Εβδομάδα, ενίοτε δε σφυρίζουμε αδιάφορα στο κάλεσμα της σωτηρίας που περνάει αναγκαστικά μέσα από την ύπαρξη του άλλου. Από την μία, λοιπόν, η εμπειρία των ημερών ως ψυχολόγημα, δηλαδή εκείνης της πλασματικής βεβαιότητας που προκύπτει όταν η υποκειμενική επιθυμία αντικειμενοποιεί ασυνείδητα τον στόχο της, τον οποίο μετασχηματίζει σε ψευδαίσθηση πραγματικού βιώματος, καταπώς σημειώνει ο Χρήστος Γιανναράς στο περίφημο έργο του ‘’Ενάντια στη θρησκεία’’. Από την άλλη, πάλι, η ατομοκεντρική τοποθέτηση εντός ενός συνόλου, μιας κοινωνίας προσώπων, η οποία, τοποθέτηση, προκύπτει από την ανάγκη της ατομικής δικαίωσης και σωτηρίας.
Το πρόσωπο του Νυμφίου είναι περισσότερο σημαντικό την Μ. Παρασκευή, όχι όμως την Μ. Τετάρτη. Οι ημέρες αποκτούν μία ιερότητα, η οποία όμως νοηματοδοτείται από την ανθρώπινη ανάγκη για βίωση εκείνου του ξεχωριστού και ιδιαίτερου θρησκευτικού γεγονότος στο αποκορύφωμα του, στο μεθόριο ζωής και θανάτου. Καθίστανται με τον τρόπο αυτό η Σταύρωση, η Ταφή και η Ανάσταση τα πιο κορυφαία και πιο ‘’σημαντικά’’ γεγονότα των αγίων ημερών. Την ίδια στιγμή, ο Μυστικός Δείπνος και η ευχαριστιακή Σύναξη της Μ. Πέμπτης περνάει απαρατήρητη ή καλύπτεται από την ανάγκη των προετοιμασιών στο σπίτι και των αγορών ή στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί μία ανάγκη μόνο για τα μικρά παιδιά που αποτελούν και τους ‘’εκλεκτούς’’ της Θείας Ευχαριστίας εκείνη την ημέρα.
Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να σταθούν χωρίς κάθε είδους επιτηδευμένες ακροάσεις μιας τραγελαφικής και πομπώδους θρησκευτικότητας που εξυμνούν το κιτς σε κάθε υπερθετικό βαθμό, στα όρια προσωπικών αβεβαιοτήτων και υπαρξιακών ατακτοποίητων εμβαθύνσεων. Είσοδοι ιερών ναών πνιγμένοι μέσα σε κλάδους βαΐων, πρασινισμένες αψίδες θριάμβου, πρασινισμένοι πολυέλαιοι που περισσότερο θυμίζουν ζούγκλα παρά ιερό ναό, στολισμένα μανουάλια βουτηγμένα μέσα στα άνθη της εποχής, ύφος πομπώδες, κήρυγμα (ιδίως την Μ. Παρασκευή) ασυνάρτητο και άσχετο με το γεγονός της ημέρας, δεν θυμίζουν σε τίποτε το ανεπιτήδευτο και σιωπηλό ύφος των αγίων ημερών της Μ. Εβδομάδος. Όλα να γίνουν εντύπωση. Πόσο πρέπει ακόμη να φορτωθεί το εκκλησιαστικό γεγονός όλα εκείνα τα συστημικά φτιασίδια που αποτυπώνουν την αυθάδεια μιας αλλοπρόσαλλης θρησκειοποίησης της πίστης, του βιώματος, της εμπειρίας;
Ο κόσμος περιμένει πολλά περισσότερα αυτές τις ημέρες. Πραγματικά, η ανθρώπινη ύπαρξη κλονίζεται πνευματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, οικονομικά. Το ανθρώπινο πρόσωπο βάλλεται από παντού. Ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει περισσότερο τον πόλεμο παρά την ειρήνη. Οι ανθρώπινες σχέσεις εμποτίζονται περισσότερο με υποκρισία, κακότητα, κατάκριση, μίσος, εκδίκηση, συκοφαντία. Θέλουμε τους άλλους στη ζωή μας επειδή μας είναι χρήσιμοι οικονομικά, κοινωνικά, σεξουαλικά. Το χρήμα έχει καταστεί ο απόλυτος ρυθμιστικός παράγοντας στις σχέσεις μας και τα χαρίσματα του ανθρωπίνου προσώπου έχουν απωλέσει την ωραιότητά τους. Η πολιτική έχει απογοητεύσει τον άνθρωπο, τους νέους και τα πολιτικά πρότυπα γκρεμίζονται από το βάθρο της ωραιοπάθειας τους. Το χρήμα καθίσταται εχέγγυο ευτυχίας, ενώ την ίδια στιγμή τα ψυχολογικά αδιέξοδα αναδύουν στην επιφάνεια το αίσθημα του ανικανοποίητου και πολύ μοναξιά. Δεν μπορεί να προέλθει η σωτηρία από τούτο τον κόσμο.
Από την άλλη το πρόσωπο του Χριστού. Ο ενανθρωπήσας Θεός εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ χωρίς να υπόσχεται πλούτη και δόξα. Απλά και ταπεινά πορεύεται. Απλά και ταπεινά προσφέρεται για να αγιάσει και να σώσει την ανθρωπότητα. Συναναστρέφεται με αμαρτωλούς, με πόρνες γυναίκες, με ληστές, με τελώνες, που η σύγχρονη ηθικιστική καθεστηκυία αντίληψη, από όπου κι αν προέρχεται, απορρίπτει και καταδικάζει. Εκείνος όμως δείχνει τον δρόμο. Ο άνθρωπος των ημερών μας αναζητά την αλήθεια. Είναι πικρές οι μέρες του. ‘’Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή’’ (Ιω. 14,6). Ποια άλλη αυθεντικότητα μας χρειάζεται;
Πρωτοπρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος (θεολόγος, βαλκανιολόγος)
Εφημέριος Διάβας Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων