Τοπικά

Η ανοικτότητα του πνεύματος των Τριών Ιεραρχών και η σημερινή κατάντια

Πρωτοπρεσβυτέρου Ηρακλή Φίλιου

Θεολόγου, Βαλκανιολόγου

Εφημερίου Διάβας Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων

 

Τα πρόσωπα των Τριών Ιεραρχών αλλά και το παραγόμενο πνευματικό τους έργο αποτελούν ισχυρό αντιστάθμισμα σε πλείστα σημεία της σύγχρονης εποχής και κοινωνίας στην οποία ζούμε. Εποχής εμφορούμενης  από δαιμονικές καταστάσεις· υπερκαταναλωτική μανία, παραγωγή κουλτούρας που αμφισβητεί την ιερότητα του προσώπου, ιδεοληψιών, ποιμαντική ειδωλολατρία, δολοφονία του Θεού κατά τη νιτσεϊκή ρήση [1]και ερμηνεία, άκρατος μονοφυσιτισμός περί της ανθρώπινης ύπαρξης, ατομοκεντρισμός, πνευματική κατολίσθηση, απαξίωση του ήθους και των ηθικών αξιών [2], μετάπλαση παραδοσιακών αξιών στον βωμό του κέρδους και της ωφελιμιστικής αντίληψης περί υποταγής στο ατομικό συμφέρον.

Ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλαμψαν στην εποχή τους και δημιούργησαν πολιτισμό. Δεν είναι μονοδιάστατη όμως η ερμηνεία όλων αυτών των χαρισματικών δωρεών που δέχτηκαν από τον Θεό. Δεν υπήρξαν μόνο άγιοι αλλά και σπουδαίοι επιστήμονες. Όπως και δεν υπήρξαν μόνο σπουδαίοι επιστήμονες αλλά και άγιοι. Και όλα στο βίο τους κατευθύνονταν από τη ζωντανή σχέση εικόνας και πρωτοτύπου. Ανθρώπου και Θεού. Θεού και ανθρώπου. Δεν χρησιμοποίησαν τις επιστήμες για να καταξιωθούν πνευματικά και κοινωνικά. Η καταξίωση τους ήρθε ως επισφράγισμα της θείας χάριτος και δεκτικότητας των πνευματικών υιοθεσιών από τον Θεό και, φυσικά, αναφοράς τους στο πρόσωπο Του.

Το πολυσχιδές έργο των Τριών Ιεραρχών, τόσο των δύο Καππαδοκών Πατέρων Μ. Βασιλείου και Γρηγορίου Θεολόγου, όσο και του Αντιοχειανού Ιωάννου του Χρυσοστόμου, δεν έθεσε απλά τις βάσεις για την ύπαρξη ενός κοινωνικού κράτους, κράτους δικαίου, που υπερασπιζόταν την κοινωνική δικαιοσύνη και τις ηθικές αξίες απέναντι σε κάθε μορφή βίας, κοινωνικών ανισοτήτων και οικονομικής εκμετάλλευσης. Με το έργο τους οι Τρεις σπουδαίοι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ένωσαν δύο ξένους κόσμους, οι οποίοι εντούτοις εναγκαλίσθηκαν αρμονικά και με πνεύμα αντίδοσης ιδιωμάτων. Ο Ελληνισμός έδωσε στον Χριστιανισμό τις λέξεις, την μορφή [3] (εξελληνισμός του χριστιανισμού), και ο Χριστιανισμός έδωσε στον Ελληνισμό (εκχριστιανισμός του Ελληνισμού) [4]. Ο χριστιανισμός αντιμετώπισε τον ελληνισμό κυρίως με την αφομοίωση, αλλιώς δεν θα υπήρχε ούτε θα γραφόταν ελληνική ιστορία [5]. Και πράγματι, ο χριστιανικός ελληνισμός για τη διανοούμενη ζωή της Δύσης υπήρξε τεράστιο γεγονός, καθότι προσέφερε λύσεις σε βασικά προβλήματα [6].

Αυτό που κατάφεραν οι Τρεις Ιεράρχες και συγκεκριμένα οι δύο Καππαδόκες Πατέρες μαζί με τον έτερο άγιο Γρηγόριο Νύσση [7], ήταν το άνοιγμα της Εκκλησίας στα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, δημιουργώντας πολιτισμό. Βέβαια, κάτι τέτοιο πραγματώθηκε με τρόπο αλιευτικό [8] και όχι αμιγώς φιλοσοφικό [9]. Είναι γνωστό πως εκείνη την εποχή η συνάντηση μεταξύ χριστιανισμού και ελληνισμού δεν ήταν εύκολη, όμως τα δύο συναντόμενα μέρη αντιπροσώπευαν μια εκπληκτική δύναμη ζωής που μετασκεύσασε την αντίθεση σε δημιουργική σύνθεση [10]. Ήταν μία πραγματικά δύσκολη υπόθεση και το εγχείρημα της ιδιαίτερα δύσκολο και χρειαζόταν μεγάλη προσοχή. Δεν δημιουργούνταν μόνο δυνατότητες αλλά και κίνδυνοι για την χριστιανική πίστη, όσον αφορά την μετάδοση του χριστιανισμού στον ειδωλολατρικό ελληνικό κόσμο [11].

Οι Πατέρες της Εκκλησίας προκειμένου να διατυπώσουν το ορθόδοξο δόγμα έπραξαν ανατρεπτικά για τα σημερινά, πολλές φορές, θεολογικά και εκκλησιαστικά δεδομένα. Χρησιμοποίησαν όρους που δεν ανήκουν στη θεολογική γραμματεία αλλά στη θύραθεν παιδεία. Αυτό ήταν κάτι το ανατρεπτικό για την εποχή εκείνη και για τις σχέσεις της θεολογίας με τη φιλοσοφία, την οποία όχι μόνο δεν αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει, αλλά κατόρθωσε να της δώσει χριστιανικό περιεχόμενο, εκχριστιανίζοντας την ίδια. Αυτό φαίνεται για παράδειγμα στη χρήση των όρων ουσία, φύση, ενέργεια, υπόσταση, πρόσωπο [12]. Για παράδειγμα, ο όρος πρόσωπο που δεν είχε σχέση με τα θεολογικά γράμματα, υπήρξε όρος που προερχόταν από την αρχαιοελληνική τραγωδία και χρησιμοποιήθηκε από τους Καππαδόκες Πατέρες ως συνώνυμο του όρου υπόσταση, προκειμένου οι Πατέρες να περιγράψουν τις σχέσεις μεταξύ των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος και να αντιμετωπίσουν τις αιρέσεις της εποχής τους [13]. Πραγματικά, πρόκειται για μία καινοτομία των ονομάτων από πλευράς των Πατέρων [14].

Το πνεύμα των Τριών Ιεραρχών, πνεύμα καθόλα ανοικτό, δεν εγκλωβίστηκε σε λόγους και σχήματα. Οι ίδιοι δεν εξόρκισαν την φιλοσοφία, την οποία και χρησιμοποίησαν κατά κόρον στα έργα τους. Είναι διάχυτη η χρήση της θύραθεν παιδείας στα έργα τους, την οποία αποτιμούν θετικά εκτός ορισμένων σημείων που αντίκεινται στην δημιουργία του κόσμου, του ανθρώπου κ.ά. [15]. Δεν ενήργησαν κατά το γράμμα του νόμου που εγκλωβίζει αλλά κατά το πνεύμα του νόμου και συγκεκριμένα της κλασικής παιδείας. Ανατρεπτικοί και ρηξικέλευθοι. Πρωτοπόροι και διαμορφωτές των θεολογικών πραγμάτων.

Η σημερινή κατάντια που επικρατεί στην εποχή μας και διαμορφώνεται εντός των κοινωνιών αυτής, επικίνδυνα αποδομεί την πλούσια πνευματική και πολιτισμική κληρονομιά των Τριών Ιεραρχών. Ο άκρατος ορθολογισμός της Δύσης που προσπαθεί να ερμηνεύσει τα πάντα με την λογική, ακόμη και τα μεταφυσικά απωθημένα του σύγχρονου ανθρώπου, αδυνατεί αφενός μεν να προσεγγίσει τα μεγάλα μυστήρια του Θεού και της ζωής, αφετέρου δε να νοηματοδοτήσει την ανθρώπινη ύπαρξη. Από την άλλη, η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) έχει ήδη παρεισφρήσει σε κάθε πτυχή της ζωής των ανθρώπων (προσωπική και κοινωνική) και είναι αβέβαιο πως οριοθετείται αυτή η χρήση, εάν απειλεί την ανθρωπότητα και υπό ποιες προϋποθέσεις και εάν καταφάσκει ακόμη και σε προφανή ηθικά διλλήματα. Επιπλέον, ο πόλεμος και η βία, καθώς και το ντύσιμο του πρώτου με θρησκευτικό μανδύα και εκκλησιαστική ευλογία (περίπτωση Ρωσικής Εκκλησίας) δείχνουν να παρατηρείται μία μεταξίωση αξιών, όπως θα ‘λεγε ο Νίτσε και οι πλέον ηθικές έννοιες και αρχές να καταστρατηγούνται. Σε όλα αυτά αν προστεθούν το δικαίωμα της ευθανασίας και της διάθεσης του σώματος (ακόμη και στην περίπτωση των εκτρώσεων) υπό τη σκιά ενός προσωπικού δικαιωματισμού, τότε αντιλαμβανόμαστε πως η ελευθερία και το δικαίωμα εμπίπτουν σε μία ερμηνευτική αμφιβόλου προέλευσης και διάστασης.

Πώς να πράξουμε λοιπόν; Οι Τρεις Ιεράρχες έδειξαν το δρόμο. Συνέχισαν το δρόμο του ευαγγελίου και άνοιξαν νέες προοπτικές συνάντησης και συνδιαλλαγής. Έθεσαν όμως τα όρια στη συνδιαλλαγή, όρια που σέβονται πραγματικά την ελευθερία του προσώπου και δεν το υποδουλώνουν. Η πίστη στον Τριαδικό Θεό, στη δημιουργία του ανθρώπου ως εικόνα του ζωντανού Θεού, στην ισότητα και στο σεβασμό όλων των ανθρώπων σύμφωνα με την παύλεια ερμηνεία [16], στον κόσμο και στην κτίση ως δημιουργήματα του Θεού, στη σωτηρία του ανθρώπου μέσα από το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, στην εσχατολογική προοπτική του κόσμου, μερικά από τα στοιχεία που διέκριναν τα πρόσωπά τους.

Δυστυχώς, στις μέρες μας χάνουμε την ουσία των πραγμάτων. Ακόμη και μέσα στην Εκκλησία, ενώ θα μπορούσαμε να ενεργούμε κατά το πνεύμα των Τριών Ιεραρχών, πνεύμα καινοτομίας, συνάντησης και συνδιαλλαγής, με απλά λόγια πνεύμα ανοικτότητας, κλείνουμε το μάτι σε κάθε θρησκευτική έκφανση που με πομπώδη και ανεπαίσχυντο τρόπο λειτουργεί ως ανάχωμα στο αυθεντικό βίωμα, τρομοκρατώντας παράλληλα τις αγωνίες των ανθρώπων, αγωνίες πάλης έναντι στη φθορά και τον θάνατο. Λειτουργικές απρέπειες, εξοργιστικές πανηγυρικές φιέστες, πομπώδεις εκφράσεις, παρωχημένος κηρυκτικός λόγος που έχει λάβει διαζύγιο από την κοινωνία και την πραγματικότητά της, ανακολουθία λόγου και έργου, επιβολή προσωπικών επιδιώξεων και απωθημένων πάνω στην ανθρώπινη ελευθερία, δημιουργία πνευματικών αυθεντιών και καταστάσεων, είναι μερικές από τις δαιμονικές δυνάμεις, αυθεντικές πλάνες, που αλλοιώνουν το εκκλησιαστικό ήθος.

‘’Σήμερα οι άνθρωποι έχουν κουραστεί από τα στομφώδη λόγια. Η θεολογία δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους κραυγάζοντας συνθήματα οιασδήποτε μορφής. Ο λόγος της θεολογίας πρέπει να αγγίζει τις υπαρξιακές χορδές του ανθρώπου, και να προβάλει διαρκώς την Εκκλησία ως τρόπο υπάρξεως και λυτρωμού από τον θάνατο και τη φθορά’’ [17], υπενθυμίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας.

Υποσημειώσεις:

[1] Είναι παρεξηγημένη η παραπάνω ρήση του Νίτσε. Η φράση ‘’ο Θεός είναι νεκρός’’ χρειάζεται να ιδωθεί μαζί με όσα σημειώνονται στη συνέχεια των λόγων του φιλοσόφου. Ο Νίτσε μιλώντας για τον θάνατο του Θεού, δεν αντιμάχεται τον Θεό, αλλά αναφέρεται στην ειδωλοποιημένη εικόνα του Θεού που σχηματίζεται από τους φιλοσόφους. ‘’Ο τρελός πήδησε ανάμεσα τους και τους διαπέρασε με τη ματιά του. ‘’Πού είναι ο Θεός;’’ φώναξε. ‘’Θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε – εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε δολοφόνοι του! Αλλά πώς το κάναμε αυτό; Πώς μπορέσαμε να αδειάσουμε τη θάλασσα; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι για να σβήσουμε όλο τον ορίζοντα; Τι κάναμε όταν κόψαμε την αλυσίδα που ενώνει τούτη τη γη με τον ήλιο της;… Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από το θόρυβο που κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν τον Θεό; Δεν μυρίζουμε ακόμη τίποτε από τη θεϊκή αποσύνθεση; Και οι θεοί αποσυντίθενται! Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε! Πώς να παρηγορηθούμε εμείς, οι φονιάδες των φονιάδων; Κάτω απ’ το μαχαίρι μας μάτωσε ο,τι πιο άγιο και πιο ισχυρό είχε ως τώρα ο κόσμος –  ποιος θα μας καθαρίσει απ’ αυτό το αίμα; Ποιο νερό μπορεί να μας πλύνει; Ποιους εξιλασμούς, ποια ιερά παιχνίδια πρέπει να εφεύρουμε; Το μέγεθος αυτής της πράξης δεν είναι πολύ μεγάλο για μας;’’. Φρίντριχ Νίτσε, Η χαρούμενη γνώση, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1996, σ. 125.

 

[2] ‘’Οι μόνες ισχύουσες αξίες μέσα στην οικονομία της παγκοσμιοποιημένης αγοράς είναι οι εκτιμήσεις της χρηματοληπτικής δυνατότητας των κρατών και η χρηματιστηριακή αξία των κρατικών ομολόγων και όχι πια οι ηθικές αξίες. Βλ. Χρυσοστόμου Σαββάτου, Μητροπολίτου Μεσσηνίας, Εκκλησία και Κοινωνία, Εκδόσεις Ιεράς Μητρόπολης Μεσσηνίας, Καλαμάτα 2017, σ. 51.

 

[3] ‘’Οι Πατέρες κινήθηκαν στο επίπεδο των ιδεών και των πολιτιστικών ρευμάτων της εποχής τους, τόλμησαν και διαλέχθηκαν με αυτά και συνέβαλαν με τον τρόπο αυτό μεταμορφωτικά στην διαμόρφωση ενός άλλου πολιτισμού της ανθρωπότητας’’. Ό.π. σ. 294.

 

[4] Βλ. σχετικά Ιωάννου Ζηζιούλα Μητροπολίτου Περγάμου, Ελληνισμός και Χριστιανισμός, Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2008, σσ. 144-145.

 

[5] Νίκου Αθ. Ματσούκα, Ορθοδοξία και αίρεση στους εκκλησιαστικούς ιστορικούς του Δ’, Ε’, ΣΤ’ αιώνα, Υπεύθυνη σειράς Δέσπω Αθ. Λιάλιου, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 161.

 

[6] James Marshall Campbell, Associate Professor of Greek and Latin in the Catholic University of America, The Greek Fathers, The Plimpton Press Norwood Massachusetts 1929, p. 150.

 

[7] Για τον παραγκωνισμό του Γρηγορίου Νύσσης και την αντικατάσταση του από τον Ιωάννη Χρυσόστομο από την  Ελληνική Εκκλησία, βλ. Βασιλείου Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα 20007, σ. 463. Πρβλ. Ν. Μπερντιάεφ, Αλήθεια και Αποκάλυψη, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 19672, σ. 195.

 

[8] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΓ΄, PG35, 1164.

 

[9] Ανάλογη είναι και η θέση του Μ. Βασιλείου, ο οποίος αναφέρει: ‘’Αυτά λοιπόν που μας βοηθούν προς αυτήν την ζωή λέγουμε ότι πρέπει και να τα αγαπούμε και να τα επιδιώκουμε με όλη μας την δύναμη· αυτά όμως που δεν φθάνουν προς εκείνη την ζωή, να τα περιφρονούμε ως ανάξια λόγου’’. Βλ. σχετικά Μ. Βασιλείου, Προς τους νέους, πως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, ΕΠΕ 7, σ. 349.

 

[10] Χρήστου Γιανναρά, Αλφαβητάρι της πίστης, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1983, σ. 37.

 

[11] Ό.π. Ιωάννου Ζηζιούλα Μητροπολίτου Περγάμου, σσ. 70-71.

 

[12] Ιωάννου Ζηζιούλα Μητροπολίτου Περγάμου, Ελευθερία και Ύπαρξη, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2018, σ. 164.

 

[13] Για τη συμβολή της πατερικής θεολογίας στην έννοια του προσώπου βλ. Ι. Ζηζιούλα Μητροπολίτη Περγάμου, Από το προσωπείον εις το πρόσωπον. Η συμβολή της πατερικής θεολογίας εις την έννοιαν του προσώπου, ανάτυπον εκ του τόμου Χαριστήρια εις τιμήν του  Μητροπολίτου γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος. Εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών . Θεσσαλονίκη 1977 σσ. 287-323.

 

[14] Βλ. Παντελή Καλαϊτζίδη, :’’Καινοτομείν τα ονόματα’’’: Τα αίτημα της ανανέωσης και της μεταρρύθμισης και ο κίνδυνος ιστορικής περιθωριοποίησης, Νέα ευθύνη, Περιοδικό ελευθερίας και γλώσσας, Τεύχος 15, Ιανουάριος –Φεβρουάριος 2013, σσ. 50-56.

 

[15] Ο Μ. Βασίλειος εκφώνησε την ομιλία του ‘’Ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων’’, στην οποία συμβουλεύει τους νέους της εποχής του να μελετούν τους αρχαίους συγγραφείς, ρήτορες, ποιητές, φιλοσόφους, ιστορικούς και να παίρνουν από αυτούς κάθε τι πολύτιμο για την ωφέλεια της ψυχής τους. Βλ. σχετικά Μ. Βασιλείου, Προς τους νέους, πως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, ΕΠΕ 7, σ. 321: ‘’… καί ποιηταῖς καί λογοποιοῖς καί ῥήτορσι και πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμιλητέον, ὅθεν ἄν μέλλῃ προς την τῆς ψυχῆς ἐπιμέλειαν ὠφέλειἀ τις ἔσεσθαι’’.

 

[16] Γαλ. 3, 25-29.

 

[17] Μητροπολίτου Γέροντος Περγάμου Ιωάννου, Κόσμου Λύτρον, Μέγαρα 2014,  σ.232.